Δημήτρης Παυλόπουλος

Οι πρωταρχικές έννοιες / δομές της Αγγέλικας Κοροβέση

From Ο Χρόνος, οι Μορφές, οι Έννοιες, 14.3.2026

Η έκθεση της γλύπτριας Αγγέλικας Κοροβέση (γ. 1952) στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, συνιστά γόνιμη πρόταση συνομιλίας της σύγχρονης ελληνικής γλυπτικής με τη μεγάλη πηγή της, την αρχαία ελληνική γλυπτική. Δεν είναι βέβαια πρώτη φορά που εκτίθενται έργα νεότερα σε μουσειακές αίθουσες συνδεδεμένες στην κοινή συνείδηση με τις μείζονες στιγμές της αρχαίας τέχνης – θα μπορούσε κανείς να ανατρέξει σε αρκετά παραδείγματα, ιθαγενή και διεθνή. Η ιδιαιτερότητα όμως της έκθεσης αυτής έγκειται στο γεγονός ότι καταργείται η στεγανή διαίρεση του μακρού προϊστορικού και ιστορικού χρόνου των εκθεμάτων, με αποκλειστικό άξονα την ακατάπαυστη εικαστική δημιουργικότητα στο παρελθόν και στο παρόν. Από τις γλωσσικές συνδηλώσεις και συμπαραδηλώσεις που προκαλεί τέτοια απόπειρα σε διαφορετικά επίπεδα, ο θεατής παύει να μένει αργός, επειδή καλείται να γίνει μέτοχος σε ποικίλους αναστοχασμούς, προσδιορισμένους από τα εκάστοτε βιώματά του.

Σε στενή λοιπόν σχέση με τα βαρύτιμα εκθέματα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού από το 1600-1110 π.Χ., στην αίθουσα 4, δίπλα στα φυτικά κοσμήματά του, βρίσκεται ο ορειχάλκινος “Δίσκος Εξέλιξης (Όλον)” της Αγγέλικας Κοροβέση, με τα ηχογραφήματα δέκα λέξεων που αντιστοιχούν σε εικόνες και γεωμετρικά σύμβολα. Η Γραμμική Β ως γλώσσα και γραφή των Μυκηναίων, διαλέγεται με γλωσσικά περιβάλλοντα του παρόντος. Οι γεμάτες παλμό ζωής εικονιστικές αναφορές σε θαλασσινό τοπίο με ναυτίλους, από χάλκινο εγχειρίδιο του 15ου αι. π.Χ., με εμπίεστη διακόσμηση, το οποίο βρέθηκε σε θολωτό τάφο στο Βαφειό Λακωνίας, συνυπάρχουν με την επίσης μεταλλική “Κωπηλασία” της γλύπτριας, διατηρώντας και προβάλλοντας την αποτύπωση του υγρού στοιχείου ως συνδετικού νήματος των πολιτισμών.

Στην αίθουσα (7-8) με τον μνημειακής κλίμακας γεωμετρικό αμφορέα του ζωγράφου του Διπύλου, έργο του 760-750 π.Χ. από το νεκροταφείο του Κεραμεικού, που συμπυκνώνει τη ρυθμική ισορροπία ανάμεσα στο μαιανδρωτό κόσμημα και στην πρόθεση του νεκρού, εντάσσεται το μεταλλικό “Ηχητικό Αλφάβητο” της Αγγέλικας Κοροβέση, έργο ειδικά δημιουργημένο για την έκθεση, με τα γράμματα της ελληνικής γλώσσας και την κυματομορφή τους. Αν θεωρήσουμε γλυπτό περισσότερο, λόγω της δυναμικής υπόστασής του, το αρχαίο αγγείο, θα ήταν θεμιτό να δούμε και το φωνητικό αλφάβητο της γλύπτριας σαν γλυπτική άρθρωση.

Για το ζευγάρι των μαρμάρινων αρχαϊκών Κούρων, προφανώς αδελφών, της αίθουσας 9, από επιτύμβια στήλη της Τανάγρας, σε πωρόλιθο, που χρονολογείται στο πρώτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. και δίνει υπόσταση στην ορθά χαρακτηρισμένη από τον αρχαιολόγο Κωνσταντίνο Ρωμαίο λανθάνουσα κίνηση, και για το κολοσσικό κεφάλι του παλαιότερου γνωστού κούρου από το Δίπυλο, έργο του 610 π.Χ., η παρεμβολή των “Δεσμών” της Αγγέλικας Κοροβέση, δουλεμένου σε πέτρα, μέταλλο και ξύλο με ένα απλό γεωργικό εργαλείο, γνωστό από την αρχαιότητα, τη σβάρνα, αποτυπώνει την ίδια την παρεμβολή/ύπαρξη του απλού ανθρώπου πάνω στην αδρή δυάδα και του τυχαίου στην απόδοση. Η σχέση χωρίς προσποίηση ή υστεροβουλία διακρίνεται και στα δύο έργα.

Την αμήχανη κάπως κίνηση της πρωιμότερης γνωστής ελεύθερης μαρμάρινης φτερωτής Νίκης από τη Δήλο – με την τολμηρή για την εποχή (550 π.Χ. περίπου) ανοιχτή οργάνωσή της σε ευρύ διασκελισμό, καθώς θα ήταν στημένη ως ακρωτήριο σε αέτωμα αρχαϊκού ναού – και τον αυστηρό μηλιακό Κούρο, του 550 π.Χ., ο οποίος πάει να προχωρήσει, έρχεται να αντισταθμίσει το έργο “Πέταγμα”, σε ορείχαλκο και μάρμαρο, της γλύπτριας, στην Αίθουσα 11. Η φορά της πτήσης, που γίνεται αισθητή με τις επάλληλες διαγωνίους σε ανάταση, προσδίδει μπαρόκ δομή στη σύνθεση, την οποίαν υποστηρίζει και το δεύτερο έργο της γλύπτριας στην αίθουσα, “Αήρ”. Κοντά στα μαρμάρινα αττικά επιτύμβια, ανάγλυφα και ολόγλυφα, η σύνθεση του έργου εισάγει την αισθητική κατηγορία της ιερατικότητας.

Οι δύο μαρμάρινοι αρχαϊκοί Κούροι – ο πρώτος της Κέας και ο δεύτερος, ο Κροίσος, της Αναβύσσου, και οι δύο του 530 π.Χ. περίπου – της αίθουσας 13, με τον στιβαρό αλλά και ραδινό κορμό τους, έχουν στην πίσω πλευρά τους τις “Μεταλλάξεις” της Αγγέλικας Κοροβέση, σε ξύλο, μέταλλο, γυαλί και χυτό ορείχαλκο, με παρεμφερή κατακόρυφη διάταξη τοτεμικών ειδωλίων. Πίσω από τον τελευταίο χρονολογικά Κούρο του Μουσείου, τον Αριστόδικο (αίθουσα 15) “με τη νιότη του τη δυνατή και λυγερή, με το συγκρατημένο χαμόγελο” (Χρήστος Καρούζος), έργο του 480 π.Χ., έχει στηθεί ο “Ισορροπιστής Ίσως” της γλύπτριας, σε χυτό ορείχαλκο και ανοξείδωτο χάλυβα, για να υπενθυμίζει τον διαρκώς κρίσιμα αυτοελεγχόμενο ελεύθερο άνθρωπο. Μια γενιά μετά από τον Αριστόδικο το 460-450 π.Χ., χρονολογείται ο μεγαλόπνοος ορειχάλκινος Δίας, που βρέθηκε στη θάλασσα του Αρτεμισίου. Ο χιασμός του σώματος συμπυκνώνει, μαζί με το θεϊκό κεφάλι, όλο το ψυχικό σθένος της μορφής, προσφέροντας την αφορμή στην Αγγέλικα Κοροβέση να τον δει μέσα από τα σχετικά έργα της “Ο ψαράς” και “Ισορροπιστής Ίσως”, σε ανοξείδωτο χάλυβα και ορείχαλκο, στα οποία η κίνηση του ανθρώπου γίνεται οδυνηρή ακροβασία ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.

Η “Ελευθερία” της γλύπτριας, με τα ανέμελα πουλιά που πετούν, παρασύροντας και τους κάθε είδους περιορισμούς του ανθρώπου τοποθετείται στην άνοδο προς τον πρώτο όροφο.

Την ανυπέρβλητη φυσικότητα των στάσεων και των χειρονομιών στις μορφές που έχουν περάσει τον μυθικό Αχέροντα, όπως φαίνονται στα μαρμάρινα αττικά επιτύμβια ανάγλυφα της αίθουσας 34 με εξέχουσα τη μαρμάρινη Αρχεστράτη, τη μεταβάλλει σε πνευματική κατάσταση η ρευστότητα της κυματομορφής του νερού και της βάρκας του Χάροντα στο “Ύδωρ” της Αγγέλικας Κοροβέση.

Στο ορειχάλκινο άλογο με τον ιππέα από το Αρτεμίσιο, έργο του 2ου αι. π.Χ., κεντρικό στην αίθουσα 21, που κυριαρχείται από τη διαγώνια επεκτατική φυγή του, συμπαρατίθεται η πληθωρική σε μικρογραφικά επεξεργασμένες από τη γλύπτρια μορφές ορειχάλκινη σύνθεσή της “Αγών”. Η δεξιά πλευρά της ίδιας αίθουσας φιλοξενεί τις “Ιπποδυνάμεις”, σε ορείχαλκο, μεταλλαγή από τη γλύπτρια του φυσικού αλόγου σε μηχανικό, μοτοσικλέτα, έναν από τους Μολώχ της ταχύτητας στην εποχή μας – ανάμεσα στον Διαδούμενο από τη Δήλο, έργο του 100 π.Χ., αντίγραφο ομώνυμου έργου του Πολυκλείτου, από το 430-425 π.Χ., και στη βάση αγάλματος αθλητή που απουσιάζει προσωρινά σε έκθεση στο Βερολίνο, συνιστώντας αντίγραφο-μετάπλαση κάποιου έργου του Πολυκλείτου, από το 440 π.Χ. περίπου, ίσως αγάλματος του αθλητή Κυνίσκου.

Η αίθουσα του πέτρινου βωμού, αφιερώματος από το Δήμο Αθηναίων στην Αφροδίτη και στις Χάριτες, το οποίο βρέθηκε κοντά στο Θησείο και χρονολογήθηκε το 210 π.Χ. περίπου, στεγάζει στην αριστερή πλευρά του το έργο της Αγγέλικας Κοροβέση “Αήρ”, σε ορείχαλκο και πωρόλιθο, σύνθεση με παράλληλες ορειχάλκινες βέργες σε κωδωνόσχημη απόληξη, σε σειραϊκή δομή που ανακαλεί την εικόνα καλαμιών στον άνεμο. Στην ίδια αίθουσα εκτίθεται μαρμάρινο ανάγλυφο βάθρο από το σπήλαιο των Νυμφών στην Πεντέλη, αλλά και μαρμάρινο άγαλμα του Πανός, προερχόμενο από τη Σπάρτη. Καθώς τελειώνει η ίδια αίθουσα, στη δεξιά πλευρά της, στη γωνία που βρίσκεται ο κορμός της Αφροδίτης, υστεροελληνιστικό αντίγραφο πρωτοτύπου του Πραξιτέλους, του 360 π.Χ. περίπου, στέκεται το έργο της γλύπτριας “Έρως”, σε ξύλο, μέταλλο και χρώμα ανιλίνης, κυματομορφή της λέξης.

Στην Αίθουσα Επιδαύρου (αίθουσα 22), μπροστά από τα γλυπτά του ανατολικού αετώματος του ναού του Ασκληπιού με θέμα την άλωση της Τροίας, χρονολογημένα το 390-380 π.Χ., εντάσσονται δύο έργα της Αγγέλικας Κοροβέση, με τίτλους τη λέξη “Ειρήνη” στην αγγλική και στην ισπανική γλώσσα. Πρόκειται για ορειχάλκινες συνθέσεις, με παράλληλες κάθετες ενότητες που αυξομειώνονται από το κέντρο προς τα άκρα, αποκτώντας παρόμοια διάταξη με εκείνην του αετώματος. Μπροστά από το άδειο τώρα βάθρο του ορειχάλκινου Εφήβου των Αντικυθήρων, έργου του 340 π.Χ. περίπου, το οποίο βρέθηκε στον θαλάσσιο βυθό της περιοχής – ένα από τα ελάχιστα μεγάλων διαστάσεων αρχαίο άγαλμα που σώθηκε με πολλά άλλα μαρμάρινα αγάλματα και πιο λίγα χάλκινα αγαλμάτια―, στην αίθουσα 28 έχει εκτεθεί το έργο της Αγγέλικας Κοροβέση “Πελαγίσιοι Ταξιδευτές”, σε ανοξείδωτο χάλυβα, χυτό ορείχαλκο και ανοξείδωτο συρματόσχοινο. Με τη μετωνυμία “σαλάχια”, ήχο ακριβώς της λέξης του τίτλου, η αιωρούμενη και ταυτοχρόνως παλλόμενη σύνθεση μοιάζει να ταξιδεύει σαν τον Nέο των Αντικυθήρων.

Μπροστά από τη ρωμαϊκή σαρκοφάγο της αίθουσας 33 στέκεται το έργο της γλύπτριας “Ζωή”, σε ξύλο, ορείχαλκο και χορδές, έγχορδο όργανο που βασίζεται στον ήχο της λέξης. Το ανθρωπομορφικό ειδώλιο μεταβάλλεται έτσι σε ένα είδος ηχείου, από το οποίο εξωτερικεύονται σαν αντηχήσεις οι παλμικές ταλαντώσεις των χορδών με τον ήχο της Ζωής. Τα δύο έργα συμβολίζουν τις δύο όψεις του φαινομένου της ζωής: η σαρκοφάγος τη φυλάσσει, το ειδώλιο την αποδεσμεύει.

Με τα έργα της έκθεσης αυτής, η Αγγέλικα Κοροβέση εξακολουθεί να διερευνά και να προβληματίζεται σε πρωταρχικές έννοιες/δομές της ανθρώπινης ιστορίας. Η γλώσσα και οι ήχοι της, το υλικό και οι σημασίες του, συνιστούν κρίσιμα ζητήματα της γλυπτικής της. Παραβάλλοντας μάλιστα, χωρίς δισταγμούς, έργα της με κορυφαίες στιγμές της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής μέσα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αναδεικνύει την ιδιαίτερη ατομικότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας της.

Δημήτρης Παυλόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης